Τα δέκα έργα τής μόνο on line έκθεσης του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης αποδομούν τα «κοινωνικά δίκτυα» χρησιμοποιώντας τα χαρακτηριστικά και την αισθητική τους
Είστε στο Facebook; Διασκεδάζετε στο YouTube ή στο flickr; Τότε έχετε έναν παραπάνω λόγο να δείτε την online έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.
Το «The waiting» του Γκρέγκορι Σατόνσκι διηγείται μια ιστορία για τους «κατοίκους» των δικτύων. Οχι κάποιου συγκεκριμένου ατόμου, αλλά την ιστορία του Ιντερνετ που τροφοδοτεί τις ζωές μας καθημερινά Βλέποντας τα 10 έργα στο www.emst.gr/tagties, ίσως κάνετε και μια δεύτερη σκέψη την επόμενη φορά που θα μοιραστείτε με τους διαδικτυακούς σας «φίλους» προσωπικές εμπειρίες, συναισθήματα ή απλώς την «παρέα» τους. Γιατί μπορεί τα λεγόμενα «κοινωνικά δίκτυα» να ασκούν στους χρήστες του Ιντερνετ μεγάλη γοητεία, περισσότερο, όμως, έλκουν εταιρείες, που οικειοποιούνται το συνδεδεμένο πλήθος, προσαρμόζοντας τις συνήθειές του στα επιχειρηματικά τους μοντέλα.
Οχι, η έκθεση ούτε δαιμονοποιεί ούτε καταδικάζει το «κοινωνικό Διαδίκτυο». «Εξετάζοντας τον τρόπο λειτουργίας του και τις μορφές αλληλεπίδρασης των χρηστών, τα έργα των καλλιτεχνών σχολιάζουν, ασκούν κριτική και συχνά ανατρέπουν την ίδια τη δομή του κοινωνικού δικτύου, μεταλλάσσοντας τη σημειολογία και το φορμαλισμό του», εξηγεί η Δάφνη Δραγώνα, επιμελήτρια της έκθεσης «Tag ties & affective spies» (δεσμοί που βασίζονται σε tags-ετικέτες και ανιχνεύσεις βασισμένες στη συγκίνηση και στο πάθος).
«Στα κοινωνικά δίκτυα κάνουμε φίλους, ανακοινώνουμε συναισθήματα, μοιραζόμαστε σκέψεις. Αλλά ταυτόχρονα παρακολουθούμε και παρακολουθούμαστε. Υποσχέσεις κι αντιφάσεις, αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό των μορφών συμμετοχής και συναναστροφής του web 2.0», τονίζει.
Η νέα καλλιτεχνική πρακτική, όπως παρουσιάζεται ενδεικτικά στην έκθεση του ΕΜΣΤ, χρησιμοποιεί τη γνώση και την αξιοποίηση του ίδιου του μέσου για την ανατροπή του. «Οι δομές, το πλαίσιο, τα χαρακτηριστικά και η αισθητική του κοινωνικού δικτύου είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται με παιγνιώδη, ειρωνικό και κυνικό συχνά τρόπο για την αποδόμηση και τον επαναπροσδιορισμό του», τονίζει η Δάφνη Δραγώνα.
Τα 10 έργα τής έκθεσης είναι σαφέστατα κριτικά, γι’ αυτό και επελέγησαν. Αναφέρονται στο έντονα ανθρώπινο και συναισθηματικό χαρακτήρα του web 2.0 (όπως το αμερικανικό «We Feel Fine» των Τζόναθαν Χάρις και Σεπ Κάμβαρ), στον τρόπο που τροφοδοτούν τα δίκτυα την καθημερινότητά μας (όπως το γαλλικό L’ attente – the waiting του Γκρέγκορι Σατόνσκι) αλλά και στην ανικανότητα των χρηστών να ξεπεράσουν όρια, προκαταλήψεις και «πιστεύω» της καθημερινότητας στη διαμόρφωση της εικονικής τους ταυτότητας (στο ελληνικό «Folded in» των Personal Cinema & the Erasers). Αμφισβητούν την ουσιαστική δυνατότητα διαμόρφωσης του περιεχομένου από τους ίδιους τους χρήστες (το βρετανικό «IOUs» του Γουέιν Κλέμεντς) και υποστηρίζουν ότι ο χρήστης παραμένει στα χέρια εταιρειών, προσφέροντας την ίδια την υποκειμενικότητά του ως προϊόν (στο αμερικανικό «Internet delivers people» του Ραμσάι Στίρλινγκ ).
Επισημαίνουν πώς τα ίδια τα κοινωνικά μέσα μπορούν να καταγράφουν και να αντανακλούν τις τρέχουσες τάσεις μέσα από τα στοιχεία που καταχωρίζουν οι συμμετέχοντες σε αυτά (το ολλανδικό «Α tag’s life» των Τζορτζ Χολσχάιμερ, Μίριαμ Τερ Λίντεν, Νταν Οντιτσκ, Πάτρι Σαντικά και Ραούλ Σίπερς) αλλά και κατασκευάζουν πλασματικές πραγματικότητες (το ιταλικό «The big plot» του Πάολο Κίριο). Με χιούμορ σχολιάζεται η εξαγορά της ίδιας της γλώσσας από τις εταιρείες του Διαδικτύου (στο γαλλικό «Dadameter» του Κριστόφ Μπρουνό) και παρακινούνται οι χρήστες να ξεφύγουν από τις συμβάσεις και τους φορμαλισμούς που οι κοινωνικές πλατφόρμες τούς επιβάλλουν (στο ολλανδικό «delicious – winning information, Subvert» του Τζόντι).
Η κριτική απέναντι στα κοινωνικά δίκτυα είναι ακόμη αντιστρόφως ανάλογη των χρηστών τους. Οσοι προσπαθούν να αρθρώσουν τις αντιρρήσεις τους κατηγορούνται «ξεπερασμένοι», «συντηρητικοί», «παλαιομοδίτες». «Με την επέκταση των “κοινωνικών μέσων” ο σχεδιασμός των μορφών των ανθρώπινων σχέσεων έχει γίνει η πρωταρχική συντελεστική βάση της νέας οικονομικής παραγωγής», επισημαίνει ο Χουάν Μαρτίν Πράντα, κριτικός μέσων και τέχνης, επιμελητής, μιλώντας για τον «νέο καπιταλισμό», που θα μπορούσε να ονομαστεί «κοινωνικός» ή «συγκινησιακός».
«Ο βασικός στόχος μεγάλων οργανισμών που προωθούν τα “κοινωνικά μέσα” είναι να μην υπάρχει τίποτα στο οποίο θα μπορούσαμε να εναντιωθούμε. Ενισχύουν διαρκώς τον πολλαπλασιασμό των στρατηγικών παιχνιδιών με ελευθερίες και προσωπικές πρωτοβουλίες, που βασίζονται στη συμμετοχική λογική και στην ευχάριστη ροή της επικοινωνιακής κοινωνικής δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, υπάρχει μια σχεδόν αναπόφευκτη συναίνεση στα οικονομικά συμφέροντα, στα οποία στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα, με δεδομένο ότι είναι βασισμένα στις πιο αναφαίρετες πλευρές της ζωής: στη διαπροσωπική επαφή, στη φιλία, στην επαφή μεταξύ των ανθρώπων, στο συναίσθημα της εγγύτητας με τους άλλους κ.λπ.». (Το κείμενο δημοσιεύεται στο site της έκθεσης www.emst.gr/tagties).
Οπωσδήποτε τα έργα απευθύνονται σε εξοικειωμένους αγγλομαθείς χρήστες Ιντερνετ και κοινωνικών δικτύων. Είναι όμως πολύ σημαντικό ότι παρουσιάζονται από ένα μουσείο. «Η αγορά από ένα μουσείο είναι ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα καθώς δεν πρόκειται για αντικείμενα, δεν έχουν υλική υπόσταση. Επομένως, ένα μουσείο δεν αγοράζει κάτι “μοναδικό”, καθώς το έργο εξακολουθεί να είναι προσβάσιμο σε όλους. Η αγορά έχει κυρίως σημασία ως υποστήριξη της μορφής αυτής της τέχνης», τονίζει η Δάφνη Δραγώνα.
* Διάρκεια έως τέλος Αυγούστου. Το κοινό μπορεί να τη δει και στους υπολογιστές του media lounge του ΕΜΣΤ στο Ωδείο Αθηνών (Βασ. Γεωργίου Β’ 17-19 & Ρηγίλλης).
από την Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=31917
Σάββατο 4 Απριλίου 2009
No Tag